Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Τα ιερά λείψανα και ο χωρισμός κράτους-Εκκλησίας. Γράφει η Σία Αναγνωστοπούλου


Αν το δόγμα του νεοφιλελευθερισμού κατόρθωσε να μετατρέψει το πολιτικό σώμα σε κοινότητα-ποίμνιο, με βάση πολιτισμικά ή/και θρησκευτικά χαρακτηριστικά, η μάχη της Αριστεράς είναι ακριβώς για το αντίθετο.



Εγώ ειμί η Αλήθεια. Με αυτή την ευαγγελική ρήση τίθενται ρητά τα όρια ανάμεσα στον κοσμικό και τον θρησκευτικό χώρο. Αν ο θρησκευτικός χώρος ορίζεται από τη μία και μοναδική Αλήθεια, η οποία δεν επιδέχεται καμιά διαπραγμάτευση, καμιά συζήτηση, ο κοσμικός χώρος ορίζεται από πολλές και συγκρουόμενες θεωρήσεις, από πολλά και διαφορετικά συμφέροντα, από πολλές και αντίπαλες ιδεολογίες.

Αν ο θρησκευτικός χώρος ορίζει ποίμνιο, στη βάση της πίστης και της υποταγής στον Θεό, ο κοσμικός χώρος ορίζει ομάδες-τάξεις, ορίζει πολίτες που διαπραγματεύονται, διαλέγονται, συγκρούονται με την κοσμική εξουσία, στη βάση συμφερόντων, ιδεολογιών, πολιτικών. Σε αυτά τα μείζονα θέματα απάντησε ο Διαφωτισμός και τα εμπέδωσαν οι επαναστάσεις, τουλάχιστον στην Ευρώπη — της Ελλάδας συμπεριλαμβανόμενης. Τις τελευταίες μέρες στη χώρα μας, και εν μέσω επειγόντων προβλημάτων, ανέκυψε και το «ζήτημα των λειψάνων», ή καλύτερα το πώς διακρίνεται το ποίμνιο από το σώμα των πολιτών.

Αναμφισβήτητα, οι πιστοί μπορούν να προσκυνούν τα λείψανα της αγίας Βαρβάρας ή οποιουδήποτε αγίου, όταν ορίζονται ως ποίμνιο, μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, γιατί στον δικό της χώρο ορίζεται επί της γης το ποίμνιο. Η Εκκλησία και οι λειτουργοί της ορίζουν τους κανόνες και τους τρόπους συλλογικής έκφρασης (προσκύνημα λειψάνων, εικόνων κλπ.) του θρησκευτικού αισθήματος του ποιμνίου, μέσα στους χώρους που βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία της. Η πολιτεία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναμιγνύεται σε αυτούς. Όταν όμως γίνεται περιφορά λειψάνων σε νοσοκομεία ή άλλους δημόσιους χώρους, που βρίσκονται στη δικαιοδοσία της πολιτείας, τα πράγματα αλλάζουν. Στον δημόσιο χώρο το κράτος είναι υποχρεωμένο να εξασφαλίσει τα δικαιώματα των πολιτών του, και στο νοσοκομείο ειδικότερα να εξασφαλίσει τους πλέον ορθολογικούς όρους ίασης των ασθενών-πολιτών.

Ο κάθε ασθενής διαχειρίζεται τον πόνο του με τους ιδιωτικούς τρόπους που του υπαγορεύει η πίστη ή η απιστία του — με προσευχή, με τάματα, με ό,τι κρίνει ο καθένας καλύτερο. Στο νοσοκομείο όμως απαιτεί από το κράτος να έχει τους καλύτερα εξοπλισμένους επιστημονικά γιατρούς, το καλύτερο νοσηλευτικό προσωπικό, τις καλύτερες δυνατές συνθήκες νοσηλείας. Οι ασθενείς στο νοσοκομείο δεν συγκροτούν ποίμνιο, είναι πολίτες. Η περιφορά λειψάνων στο νοσοκομείο ή σε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο με τη συμβολή του κράτους, συνιστά ανοίκεια (για να μην πω ανατριχιαστικά μεσαιωνική) πράξη ταύτισης ποιμνίου-πολιτών, και μάλιστα σε έναν χώρο όπου ο ορθολογισμός, και όχι η πίστη, πρέπει να κυριαρχεί — κι αυτό οφείλει να το εξασφαλίζει το κράτος. (Το γεγονός μάλιστα ότι δεν πρόκειται για οποιοδήποτε δημόσιο ίδρυμα, αλλά για νοσοκομείο, με ανθρώπους ασθενείς, και ειδικά καρκινοπαθείς, βαραίνει πολύ θλιβερά την κατάσταση — δεν χρειάζεται να επιμείνω σ’ αυτό). Αν ο γιατρός κάνει τον σταυρό του πριν χειρουργήσει, είναι δικό του θέμα. Στο νοσοκομείο όμως έχει προσληφθεί με βάση τα πτυχία και την ικανότητά του, όχι την πίστη του.

Γιατί όμως ξέσπασε αυτή η άγρια κόντρα, όταν ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Φίλης, είπε τα αυτονόητα; Ξέσπασε γιατί στη χώρα μας δεν έγιναν ποτέ σαφή τα όρια ποιμνίου-πολιτών. Γιατί για να γίνουν σαφή πρέπει να πραγματοποιηθεί ο χωρισμός κράτους-Εκκλησίας· και σε αυτό το θέμα τα ιδεολογήματα, οι μισοειπωμένες «αλήθειες» της Ιστορίας μας, οι στρεβλώσεις περί του πώς συγκροτήθηκε το έθνος-κράτος περισσεύουν. Για την Αριστερά το ζήτημα χωρισμού κράτους-Εκκλησίας αποτελεί ένα από τα κορυφαία στοιχεία συγκρότησης της ταυτότητάς της. Ο χωρισμός δεν συνιστά, βέβαια, εχθρική πράξη απέναντι στην Εκκλησία, ούτε απέναντι στην ελληνικότητα των Ελλήνων. Καταρχάς, αποτελεί διάβημα προς την επανασυγκρότηση του δημόσιου χώρου, ένα διάβημα που έμεινε ημιτελές από τον 19ο αιώνα και ευνόησε τις πάσης φύσεως πελατειακές και αδιαφανείς σχέσεις. Δεύτερον, σε μια εποχή όπου η Αριστερά παλεύει να ορίσει και να κινητοποιήσει το συλλογικό, πολιτικό υποκείμενο αντίστασης απέναντι στις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη, σεβόμενη τα θρησκευτικά αισθήματα των πολιτών και τους χώρους έκφρασής τους, να λειτουργήσει ως δύναμη διαπαιδαγώγησης και χειραφέτησης των πολιτών και όχι ως συν-εκφραστής, μαζί με την Εκκλησία, της θρησκευτικότητάς τους. Η θρησκεία μπορεί να αποτελεί ένα από τα στοιχεία ταυτότητας αυτού του υποκειμένου αντίστασης, δεν μπορεί όμως το συλλογικό, πολιτικό υποκείμενο να συνορίζεται εξ αδιαιρέτου από την Εκκλησία και το κράτος. Η θρησκεία δεν είναι φορέας –είναι ένα από τα στοιχεία— της ελληνικότητας των Ελλήνων. Και σ’ αυτό πρέπει η Αριστερά να είναι ξεκάθαρη. Αν το δόγμα του νεοφιλελευθερισμού κατόρθωσε να μετατρέψει το πολιτικό σώμα σε κοινότητα-ποίμνιο, με βάση πολιτισμικά ή/και θρησκευτικά χαρακτηριστικά, η μάχη της Αριστεράς είναι ακριβώς για το αντίθετο.

left.gr/